αθανασία

[атанасиа] ουσ. Θ. бессмертие.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αθανασία" в других словарях:

  • ἀθανασία — ἀθανασίᾱ , ἀθανασία immortality fem nom/voc/acc dual ἀθανασίᾱ , ἀθανασία immortality fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αθανασία — η 1) бессмертие: οι Χριστιανοί πιστεύουν στην αθανασία της ψυχής Христиане верят в бессмертие души; 2) продолжение духовного существования человека после его телесной смерти Этим. < α (отриц. приставка) + θάνατος «смерть» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Αθανασία — η Афанасия – 1) имя некоторых святых жен Православной Церкви; 2) женское имя Этим. см. Αθανάσιος …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἀθανασίᾳ — ἀθανασίαι , ἀθανασία immortality fem nom/voc pl ἀθανασίᾱͅ , ἀθανασία immortality fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αθανασία — η 1. η ιδιότητα του αθάνατου, το να ναι κανείς αθάνατος: Οι περισσότερες θρησκείες μιλούν για αθανασία ψυχής. 2. μεταθανάτια δόξα: Ο ήρωας με το θάνατό του μπαίνει στην αθανασία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αθανασία — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Η μάρτυς. Σφαγιάστηκε στον διωγμό του Διοκλητιανού, για τη χριστιανική της πίστη, μαζί με τις τρεις κόρες της, Θεοδότη, Θεοκτίστη και Ευδοξία. 2. Η οσία. Μετά τον θάνατο του πρώτου συζύγου της,… …   Dictionary of Greek

  • αθανασία της ψυχής — Η παράταση, μετά τον θάνατο, της προσωπικής ζωής. Την α. της ψ. δέχονται οι περισσότερες θρησκείες και πολλές ιδεαλιστικές φιλοσοφικές θεωρίες. Από παλιά μάλιστα έχουν διατυπωθεί διάφορες αποδείξεις για την υποστήριξη της μεταθανάτιας ψυχικής… …   Dictionary of Greek

  • ἀθανασίας — ἀθανασίᾱς , ἀθανασία immortality fem acc pl ἀθανασίᾱς , ἀθανασία immortality fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθανασίαι — ἀθανασία immortality fem nom/voc pl ἀθανασίᾱͅ , ἀθανασία immortality fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθανασίαν — ἀθανασίᾱν , ἀθανασία immortality fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.